Skip to content

24 Ιουλίου, 18:44

Τη βρίσκω καθώς μασουλάει κάτι καφέ κι απροσδιόριστο. Έχει περάσει μιάμιση ώρα από τότε που ειδωθήκαμε τελευταία φορά, όταν η κυρία της ζήτησε να κατέβει από το αυτοκίνητο ώστε να μείνω μόνος μου στην ουρά για το πλοίο, κι αυτή κατέβηκε κι απομακρύνθηκε φωνάζοντάς μου να μην ξεχάσω την τσάντα με τα μπισκότα, το φούτερ, το βιβλίο της, τα σταυρόλεξα και τη φωτογραφική μηχανή για το ταξίδι. Στη συνέχεια ανέλυσα τα προβλήματά μου περιμένοντας, και μετά έφτασα μπροστά στους πιο αμείλικτους κριτές της οδηγικής ικανότητας στο σύμπαν, τους ανθρώπους που θα μπορούσαν να κάνουν το Σουμάχερ να κλάψει με αναφιλητά γιατί δεν έκανε «δεξιά, έλα έλα έλα ΩΠΑ» αμέσως μόλις τους το ζήτησαν, τους αυταρχικούς φωνακλάδες με τα λευκά μπλουζάκια που κατευθύνουν τα αμάξια στα έγκατα του πλοίου και κακοποιούν λεκτικά τους οδηγούς που δεν τα παστώνουν όσο ασφυκτικά θα ήθελαν. Ανεβαίνω κοντά της με τα νεύρα μου τσατάλια, και συναντώ το τόσο γνωστό της βλέμμα, το στωικό, το της αναμενόμενης, επαναλαμβανόμενης, σχεδόν πληκτικής απογοήτευσης. Φυσικά έχω ξεχάσει την τσάντα.